Ο Τόμας Γουόκαπ αποχώρησε μετά από μια πενταετία στον Ολυμπιακό και συνεχίζει στην Ντουμπάι, με την ομάδα από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να πληρώνει τους πρωταθλητές Ευρώπης και να κάνει δικό της τον Τεξανό γκαρντ στο μεταγραφικό… σίριαλ του καλοκαιριού.
Ο ατζέντης του Γουόκαπ μίλησε στην «ΑS» για το πώς έφυγε ο πελάτης του από τους ερυθρόλευκους, ενώ ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για λεπτομέρειες σχετικά με την αποχώρηση του λέγοντας, βέβαια, τη δική του πλευρά σχετικά με όσα έγιναν.
Παράλληλα, ο Ντέιβιντ Κάρο αναφέρθηκε ακόμα στο ελληνικό διαβατήριο του Γουόκαπ και το πως κινούνται στην αγορά ο Ολυμπιακός, αλλά και ο Παναθηναϊκός εδώ και λίγα χρόνια.
Αναλυτικά όσα δήλωσε στην «AS» ο ατζέντης του Γουόκαπ:
«Απαίτησε πάρα πολλές ώρες δουλειάς και μεγάλη ένταση. Σε τόσο μεγάλες διαπραγματεύσεις, μερικές φορές φτάνεις σε σημείο ρήξης και εκεί, όταν και οι δύο πλευρές βλέπουν ότι δεν πρόκειται να διευθετηθεί, είναι που ηρεμούν τα πράγματα και γίνεται σαφές ότι αυτό που μας συμφέρει όλους είναι να καταλήξουμε σε συμφωνία. Επειδή εμείς ήμασταν αποφασισμένοι να πάμε στα δικαστήρια».
-Επομένως, αυτά που δημοσιεύτηκαν ίσχυαν…
«Πράγματι, κατατέθηκε προσφυγή στο BAT, το δικαστήριο της FIBA. Αυτό έγινε. Μετά, όταν φτάσαμε σε συμφωνία, αποσύρθηκε, αλλά η κίνηση είχε γίνει. Το πρόβλημα του Ουόκαπ δεν είχε καμία σχέση με την Ντουμπάι, ήταν ένα πρόβλημα που έσυρε με τον Ολυμπιακό. Αυτό το μπέρδεμα το είχε έτσι κι αλλιώς λόγω της κατάστασής του σε έναν σύλλογο, που δεν είχε κάνει καμία κίνηση για να τον κρατήσει μακροπρόθεσμα. Δεν προσέφεραν βελτίωση των όρων ούτε τίποτα άλλο, τίποτα, όσο κι αν προσπαθήσαμε να μιλήσουμε μαζί τους. Και ο παίκτης αποφάσισε ότι ο κύκλος του εκεί είχε κλείσει».
-Αλλά ούτε στον Ολυμπιακό άρεσαν οι προτάσεις που έφταναν.
«Εκείνος είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει, αυτή η απόφαση προηγείται όλων των άλλων. Έτσι, άσκησε το νόμιμο δικαίωμά του να σπάσει μονομερώς το συμβόλαιο, γνωρίζοντας φυσικά ότι θα έπρεπε να καταβληθεί μια αποζημίωση, την οποία, αν χρειαζόταν, θα την όριζε το δικαστήριο. Αυτό το βήμα το έκανε επειδή η επιλογή της επιστροφής στον Ολυμπιακό δεν υπήρχε.
Και κάπου εκεί εμφανίζονται οι προτάσεις, οι οποίες ήταν τρεις από ομάδες της Ευρωλίγκας. Αυτός που πόνταρε περισσότερο πάνω του ήταν η Ντουμπάι. Και ο ιδιοκτήτης Αμπντουλάχ Σαΐντ Αλ Ναμπούντα με τον γενικό διευθυντή Ντέγιαν Καμενιάσεβιτς είχαν από την αρχή τη διάθεση να βρουν μια φόρμουλα με τον Ολυμπιακό».
-Ο Ολυμπιακός τελικά κατάλαβε επίσης ότι αυτό ήταν το καλύτερο για όλους.
«Στο τέλος της ημέρας, είχαν έναν παίκτη για τον οποίο δεν είχαν κάνει καμία κίνηση για να ανανεώσει, ο οποίος δεν ήθελε να επιστρέψει και είχε σπάσει μονομερώς το συμβόλαιο. Και από την άλλη, μια ομάδα πρόθυμη να διαπραγματευτεί με όρους που σου έλυναν το πρόβλημα. Έτσι, επιτεύχθηκε μια οικονομική συμφωνία καλή και για τις δύο πλευρές. Στην Ντουμπάι φάνηκε καλό, διότι οικονομικά είναι μια νέα δύναμη. Και ο παίκτης είχε αυτό που ήθελε: ένα μακροχρόνιο πρότζεκτ, με συμβόλαιο στο οικονομικό εύρος που αξίζει σε έναν βασικό παίκτη του πρωταθλητή της Ευρωλίγκας.
Προφανώς, υπήρξαν πολλές διαπραγματεύσεις, μέρες αϋπνίας… Αλλά είναι μέρος της δουλειάς μας. Η νομική ομάδα του Ντουμπάι δούλεψε πολύ με τον Ολυμπιακό για να κλείσει η συμφωνία, η οποία ήταν η ακριβότερη μεταγραφή (buyout) στην ιστορία της Ευρωλίγκας. Έτσι, μας κάνει πολύ περήφανους».
-Γνωρίζετε ότι, με την Ντουμπάι στη μέση, η μεγάλη κουβέντα είναι ότι η αγορά έχει γίνει «σαρκοβόρα» και ότι τα πάντα καθορίζονται από το χρήμα αυτών των νέων ανερχόμενων συλλόγων.
«Μα αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι η εύκολη δικαιολογία που έχουν τώρα οι κορυφαίες ομάδες της Ευρωλίγκας: να κατηγορούν την Ντουμπάι και τη Χάποελ για τον πληθωρισμό της αγοράς. Αλλά είναι εντελώς ψευδές».
-Αλλά είναι μια ιδέα που μοιράζονται πολλοί φίλαθλοι…
«Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός ξοδεύουν πολύ περισσότερα χρήματα, η Εφές ξοδεύει περισσότερα… Αυτό που συμβαίνει είναι ότι πρόκειται για ομάδες με τεράστια ιστορία και εγωισμό, έχουν συνηθίσει όλοι οι παίκτες να θέλουν να πάνε εκεί, και να είναι αυτοί που παίρνουν παίκτες από τις μεσαίες και μικρές ομάδες της ίδιας της Ευρωλίγκας. Να είναι οι «νταήδες» της γειτονιάς, ας το πούμε έτσι.
Αυτό συνέβαινε πάντα: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Πόσους παίκτες έχουν πάρει ο Ολυμπιακός ή η Φενέρμπαχτσε από την Μπασκόνια; Ή η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης; Είναι θέμα πυραμίδας. Τώρα η Ντουμπάι ή η Χάποελ έχουν το οικονομικό εκτόπισμα να ανταγωνιστούν σε αυτό το επίπεδο. Και όσοι είχαν πάντα την πίτα ελεγχόμενη για να μοιράζονται τους καλύτερους παίκτες, δεν το θέλουν αυτό».
-Τους δυσκολεύει τα πράγματα.
«Δεν τους αρέσει που άλλοι άνθρωποι μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτό το κομμάτι της πίτας, που μπορούν να παλέψουν για τους παίκτες τους. Η Ντουμπάι ήθελε τον Σιλβέν Φρανσίσκο, ήθελε τον Ζαν Μοντέρο… Τους έκαναν προτάσεις, προσπάθησαν να τους αποκτήσουν και δεν μπόρεσαν. Επέλεξαν τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Αυτό καταρρίπτει τη θεωρία του χρήματος. Αν ήταν μόνο γι’ αυτό, θα είχαν δοθεί πολύ υψηλότερα συμβόλαια και οι παίκτες θα ήταν τώρα στην Ντουμπάι. Ο Τσάβι Πασκουάλ προσπάθησε να τους υπογράψει και δεν μπόρεσε. Και πήγαν στις ελληνικές ομάδες».
-Σε παραδοσιακούς γίγαντες της Ευρωλίγκας.
«Προφανώς, είναι γίγαντες στο οικονομικό επίπεδο, αλλά δεν πάνε σε αυτές τις ομάδες μόνο για τα χρήματα. Πάνε γι’ αυτό, φυσικά, αλλά και επειδή παίρνουν πολυετή συμβόλαια, επειδή είναι ιστορικές ομάδες με νικηφόρα πρότζεκτς, επειδή η Αθήνα είναι μια φανταστική πόλη για να ζεις, επειδή έχουν μεγάλους προπονητές… είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Αλλά επειδή είναι το Ντουμπάι, είναι πολύ εύκολο και απλοϊκό να λες «τα λεφτά»».
-Ίσως η περίπτωση του Ουόκαπ ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή επειδή φαινόταν ένας παίκτης πολύ ταυτισμένος με τον Ολυμπιακό, που παίζει και στην Εθνική Ελλάδας…
«Θέλουν να το παρουσιάζουν έτσι επειδή αυτό συνέφερε. Από την πλευρά των συλλόγων γίνεται πάντα αυτό, αλλά η δική μου πλευρά είναι αυτή του παίκτη, η δουλειά μου είναι να τον προστατεύω. Καλό είναι να λέμε ότι είναι πολύ δεμένος, ότι είναι πέντε χρόνια εκεί, έχει ελληνικό διαβατήριο… Ε, τότε εκτίμησέ τον. Είναι πρωταθλητής και βασικός: εκτίμησέ τον. Η πίστη πρέπει να λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις».