Αποκάλυψη efsyn.gr: Οι δύο επιστολές «φωτιά» της Κοβέσι στον Φλωρίδη για την τροπολογία
Τις δύο επιστολές που έστειλε η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι αποκαλύπτει σήμερα η efsyn.gr. Πρόκειται για δύο κείμενα που μαρτυρούν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το… από πόσο κοντά παρακολουθεί η Λάουρα Κοβέσι στις εξελίξεις στην Ελλάδα, αλλά και πόσο επιδιώκει την επικοινωνία και τη συνεργασία με την ελληνική πλευρά. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που λένε διπλωμάτες στην efsyn.gr είναι ότι «η εμπιστοσύνη στην Αθήνα έχει πια χαθεί»…
Η πρώτη είναι η επιστολή που εστάλη στις 24 Απριλίου 2026, αμέσως μετά την επίσκεψη της Λάουρα Κοβέσι στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής της με τον Υπουργό, είχε μια πολύ γενική συζήτηση και συμφώνησαν ότι θα έστελνε τις προτάσεις της.
Η δεύτερη είναι αυτή της χθεσινής ημέρας, αφού έμαθε τις προτεινόμενες νομοθετικές τροποποιήσεις.
Στην ουσία, οι επιστολές μαρτυρούν ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης αγνόησε τις προτάσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως με την τροποποίηση που πρότεινε το βράδυ της Δευτέρας. Και γι’ αυτό, η τροποποιητική χρειάστηκε… «βελτιώσεις», προκειμένου να περάσει. Αφού φυσικά έπεσε ο… «βούρδουλας» της Κοβέσι.
Πιο αναλυτικά, στην πρώτη επιστολή, η Εισαγγελέας εφιστά την προσοχή του Υπουργού Δικαιοσύνης «στο ζήτημα που αφορά τους ελληνικούς νόμους, οι οποίοι προβλέπουν διαφοροποίηση μεταξύ των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων που ενεργούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικού επιπέδου δικαιοδοσίας».
Γράφει η Λ. Κοβέσι: «Η κύρια πρακτική συνέπεια των ισχυόντων κανόνων έγκειται στην ανάγκη να διερευνούν πολλοί ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς την ίδια υπόθεση σε διαφορετικά επίπεδα δικαιοδοσίας, γεγονός που δημιουργεί περιττές καθυστερήσεις και διπλό έργο».
Και υπογραμμίζει: «Πέραν αυτών των πρακτικών συνεπειών, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ελληνική νομοθεσία θεσπίζει διαφοροποίηση μεταξύ των θέσεων των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, περιορίζοντας τις εξουσίες τους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων που δικάζουν σε πρώτο βαθμό, των δικαστηρίων που δικάζουν κατ’ έφεση και του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη θέση που κατείχαν στο εθνικό σύστημα πριν από τον διορισμό τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Επιπλέον, η ελληνική νομοθεσία θέτει την απαίτηση, στην περίπτωση ερευνών που αφορούν κακουργήματα, να συμμετέχουν δύο εντεταλμένοι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένας “σε πρώτο βαθμό”και ένας δεύτερος “Εφετών”».
»Κατά τη γνώμη μας, οι διατάξεις του εθνικού δικαίου (είτε θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είτε απορρέουν από προϋπάρχοντες κανόνες σχετικά με τη διάρθρωση των εισαγγελικών αρχών στα κράτη μέλη), οι οποίες προβλέπουν ότι μία ή περισσότερες πράξεις έρευνας ή δίωξης διενεργούνται αποκλειστικά από συγκεκριμένο “τύπο” ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων (π.χ. ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς “Εφετών” ή του “Αρείου Πάγου”, είναι εγγενώς ασυμβίβαστες με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία», σημειώνει.
«Με το αίτημά σας, θα θεωρούσαμε ευκταίο να τροποποιηθεί ο νόμος εφαρμογής 4786/2021, ο οποίος θα μπορούσε να περιλαμβάνει διατάξεις προς την εξής κατεύθυνση: “Όλοι οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς, ανεξαρτήτως του επιπέδου δικαιοδοσίας τους, καθώς και ο ευρωπαίος εισαγγελέας, όταν ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με τον εισαγγελέα πρωτοδικών όσον αφορά την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης”. “Όλοι οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς, ανεξαρτήτως του επιπέδου δικαιοδοσίας τους, διαθέτουν την εξουσία να ασκούν τις αρμοδιότητές τους βάσει του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενώπιον όλων των δικαστηρίων της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων πρώτου βαθμού, κατ’ έφεση και του Αρείου Πάγου”. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας και σε άλλα νομοθετικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων είναι, κατά την άποψή μας, απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και για την πλήρη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις υποχρεώσεις της βάσει του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης».
Η πρώτη αυτή επιστολή αποκαλύπτει ότι το Υπουργείο είχε δηλώσει πρόθυμο να τροποποιήσει τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας «ώστε να μπορούν οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς να εκτελούν την αποστολή τους σε πλήρη συμμόρφωση με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα δράσης τους στην Ελληνική Δημοκρατία».
Η Λάουρα Κοβέσι μάλιστα προτείνει συγκεκριμένους τρόπους για την «απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και για την πλήρη συμμόρφωση της Ελλάδας με τις υποχρεώσεις της βάσει του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης».
Και αναφέρει συγκεκριμένες αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο ρόλο του ανακριτή, την αρχειοθέτηση της υπόθεσης και τις εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα της EPPO για ορισμένες κατηγορίες προσώπων.
Ειδικά για το τρίτο σημειώνει: «Σύμφωνα με το άρθρο 86 του ελληνικού Συντάγματος, μόνο η Βουλή των Ελλήνων έχει την αρμοδιότητα να κινήσει έρευνα κατά εν ενεργεία και πρώην μελών της ελληνικής κυβέρνησης για ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι συνταγματικές διατάξεις καθορίζουν τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να τηρούνται, καθώς και τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση και τη δίωξη τέτοιων υποθέσεων.
»Η ειδική αυτή αρμοδιότητα της Βουλής των Ελλήνων προϋποθέτει την υποβολή πρότασης από τουλάχιστον 30 βουλευτές, βάσει της οποίας η Βουλή μπορεί να αποφασίσει με απόλυτη πλειοψηφία τη σύσταση κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης.
»Όπως έχουμε ήδη επισημάνει σε αρκετές περιπτώσεις, κατά την άποψή μας, η εν λόγω διάταξη περιορίζει σημαντικά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ, δεδομένου ότι ούτε η οδηγία για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ (οδηγία PIF) ούτε ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπουν εξαιρέσεις για διάφορες κατηγορίες προσώπων ή ειδική προνομιακή μεταχείριση», καταλήγει η Λ. Κοβέσι.
Η δεύτερη επιστολή, που εστάλη χθες
Σε εντελώς διαφορετικό τόνο, εστάλη χθες η δεύτερη επιστολή της Λάουρας Κοβέσι που δημοσιεύουμε σήμερα. Η Ευρωπαία Εισαγγελέας κρατά μεν την ψυχραιμία της, ωστόσο δεν κρύβει τη δυσαρέσκειά της για την τροποποίηση που έφερε ο Γιώργος Φλωρίδης στις 11 το βράδυ της Δευτέρας για να ψηφιστεί την Τρίτη!
Ολόκληρη η επιστολή λέει: «Με την παρούσα επιστολή, θα ήθελα να επιστήσω επειγόντως την προσοχή σας στη θέση της Εισαγγελίας σχετικά με το προτεινόμενο Άρθρο 32Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο αποσκοπεί στη ρύθμιση της έρευνας και της εκδίκασης αδικημάτων που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου.
Έχουμε λάβει γνώση αυτής της πρότασης αργά το βράδυ χθες, 18 Μαΐου 2025, και γνωρίζουμε ότι η Βουλή των Ελλήνων θα ψηφίσει επί της πρότασης κατά τη διάρκεια της σημερινής ημέρας.
Σύμφωνα με την προτεινόμενη διάταξη, σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν μέλη του Κοινοβουλίου, η κύρια έρευνα διεξάγεται από ειδικό ανακριτή του εφετείου εντός τεσσάρων μηνών, κατά παρέκκλιση από οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.
Θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η προτεινόμενη διάταξη είναι σαφώς ασυμβίβαστη με τον Κανονισμό για την Εισαγγελία, καθώς δεν εξαιρεί από την εφαρμογή της τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Εισαγγελίας. Κατανοούμε ότι η διάταξη είναι επίσης ασυμβίβαστη με τον ελληνικό νόμο 4786/2021, ο οποίος ορίζει ότι οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς ασκούν όλες τις ανακριτικές εξουσίες ενός ανακριτή, με εξαίρεση τη διεξαγωγή της εξέτασης του κατηγορουμένου και τη λήψη απόφασης για τα περιοριστικά μέτρα/προσωρινή κράτηση.
Όσον αφορά τις τελευταίες εξαιρέσεις, θα θυμάστε την προηγούμενη επιστολή μας της 24ης Απριλίου 2026, όπου επισημάναμε ότι στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν κακουργήματα, ορισμένες βασικές πράξεις της έρευνας εξακολουθούν να επιφυλάσσονται σε έναν ανακριτή, κάτι που συνιστά, κατά την άποψή μας, παραβίαση των προνομίων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει των Συνθηκών της ΕΕ.
Φαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη προχωρά ακόμη περισσότερο, αγνοώντας πλήρως τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των Εντεταλμένων Εισαγγελέων της που τους έχουν ανατεθεί βάσει του δικαίου της ΕΕ, καθώς αναθέτει την κύρια έρευνα για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου σε έναν εθνικό ανακριτή.
Αυτό δημιουργεί περαιτέρω διαφοροποίηση στη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων που ερευνώνται για αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κάτι που δεν επιτρέπεται βάσει του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης.
Θα θέλαμε επίσης να προσθέσουμε ότι η προτεινόμενη διάταξη εισάγει μια πολύ περιορισμένη προθεσμία για την ολοκλήρωση της κύριας διερεύνησης κακουργημάτων. Μια τέτοια προθεσμία θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα αποτελεσματικής διερεύνησης αδικημάτων σε υποθέσεις που είναι συχνά πολύπλοκες.
Αυτές οι τροποποιήσεις στην ελληνική νομοθεσία, σε περίπτωση που εγκριθούν στην τρέχουσα μορφή τους, θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην Ελλάδα και εγείρουν σοβαρές ανησυχίες από την άποψη του σεβασμού του κράτους δικαίου.
Επιπλέον, η διαδικασία υιοθέτησης, με ένα σχέδιο κειμένου για ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα να κατατίθεται λίγες ώρες πριν από την προβλεπόμενη έγκρισή του από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, εξαλείφει κάθε πιθανότητα σοβαρής συζήτησης επί του θέματος, εισάγοντας ένα στοιχείο επείγοντος που, κατά την άποψή μας, είναι εντελώς αδικαιολόγητο.
Σας προτρέπω, επομένως, να εξετάσετε το θέμα το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραμένει φυσικά διαθέσιμη να συνεργαστεί μαζί σας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι στην Ελληνική Δημοκρατία γίνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ερευνών μας για ποινικά αδικήματα που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης».
Διαβάστε τις δύο επιστολές: