Ποιος είναι σήμερα φασίστας;
Στη σχετική με αυτό το θέμα θεωρητική και πολιτική συζήτηση γίνεται συχνά αναφορά σε ένα κείμενο του Ουμπέρτο Εκο με τίτλο «Ο αιώνιος φασισμός». Πρόκειται για μια ομιλία που εκφώνησε ο Εκο σε αμερικανικό κοινό στις 25 Απριλίου 1995, στην πεντηκοστή επέτειο της Απελευθέρωσης της Ιταλίας, της νίκης δηλαδή του αντιφασισμού επί του φασισμού και του ναζισμού. Η επέτειος αυτή γιορταζόταν σε μιαν ιδιαίτερη χρονική συγκυρία. Την προηγούμενη χρονιά, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο, είχαν ενταχθεί στην ιταλική κυβέρνηση οι ηγέτες ενός κόμματος, το οποίο επί μισό αιώνα διακήρυσσε ότι είναι ο κληρονόμος και ο συνεχιστής του φασισμού.
Στην ομιλία του ο Εκο προσδιόριζε μερικά αρχετυπικά γνωρίσματα, που περιγράφουν αυτό που ονόμαζε «αιώνιο φασισμό». Τέτοια γνωρίσματα ήταν: η λατρεία της παράδοσης (παραδοσιοκρατία)· η απόρριψη της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού· η λατρεία της δράσης σε βάρος της σκέψης· η αποδοκιμασία κάθε διαφωνίας και η συνακόλουθη απαίτηση για συμμόρφωση και υποταγή· ο φόβος για τον διαφορετικό και τον ξένο· η επίκληση στην αγανακτισμένη μεσαία τάξη· η εμμονή με τις συνωμοσίες· η απόρριψη της ειρήνης ως δειλίας και η ιδέα ότι η ζωή είναι διαρκής πόλεμος· η περιφρόνηση για τους αδύναμους· η λατρεία του θανάτου ως έκφρασης ηρωισμού· μια ιδέα του έθνους ως μονολιθικής οντότητας που εκφράζει την κοινή βούληση· η οργουελιανή newspeak ως διαστρέβλωση του νοήματος των όρων και των λέξεων. Ο Εκο είχε αισθανθεί τότε την ανάγκη να προειδοποιήσει και να καλέσει σε επαγρύπνηση: «Ο αιώνιος φασισμός μπορεί να επιστρέψει με την πιο αθώα αμφίεση. Το καθήκον μας είναι να τον ξεσκεπάσουμε και να καταδείξουμε καθεμία από τις εκφάνσεις του». Ο Εκο δεν πίστευε βέβαια ότι ο φασισμός θα επανεμφανιστεί όπως ακριβώς ήταν στην αρχική του μορφή. Διαπίστωνε ωστόσο τον κίνδυνο που πηγάζει από τη διάδοση αυτών των αρχετυπικών αντιλήψεων και ιδεών.
Στον διάλογο που αναπτύχθηκε γύρω από την ιδέα του «αιώνιου φασισμού» συμμετείχε αργότερα και ο Ιταλός ιστορικός Εμίλιο Τζεντίλε, διεθνώς γνωστός ως ένας από τους έγκυρους μελετητές του φασιστικού φαινομένου. Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί το βιβλίο του «Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία» (Ασίνη 2011). Με το βιβλίο του «Chi è fascista» (Laterza 2019), ο Τζεντίλε εξέφρασε τη διαφωνία του με τις θέσεις του Εκο.

Ο αντίλογός του ξεκινούσε με μιαν αντίρρηση μεθοδολογικού, θα λέγαμε, χαρακτήρα: Το να εισάγεις την αιωνιότητα στην ανθρώπινη ιστορία, το να αποδίδεις αιώνιο χαρακτήρα σε ένα ιστορικό φαινόμενο, έστω και με τις καλύτερες προθέσεις, συνεπάγεται μια σοβαρή διαστρέβλωση της ιστορικής γνώσης. Σύμφωνα με τον Τζεντίλε, η ιδέα του αιώνιου φασισμού καταλήγει να αποδυναμώνει και όχι να ενισχύει τον αντιφασισμό. Αν σήμερα αντιμετωπίζουμε την επιστροφή του φασισμού, τότε θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε ότι ο αντιφασισμός δεν νίκησε τον φασισμό το 1945. Αν υπάρχει ένας φασισμός που διαρκώς επιστρέφει, αυτό θα σήμαινε ότι ο αντιφασισμός είναι προορισμένος να ηττάται συνεχώς.
Στόχος του Τζεντίλε ήταν να καταδείξει ότι η ιδέα της έλευσης ενός νέου φασισμού προκύπτει από μιαν εσφαλμένη ερμηνεία του ιστορικού φασισμού, καθώς και από τη χρήση της έννοιας του φασισμού με έναν πολύ γενικό τρόπο, που καταλήγει να συμπεριλαμβάνει και να εξομοιώνει πολύ διαφορετικές πραγματικότητες και εμπειρίες.
Ο όρος «φασισμός» μπήκε για πρώτη φορά σε κυκλοφορία το 1919. Στην ευρεία διάδοσή του συνέβαλλε και η Κομμουνιστική Διεθνής, η οποία χρησιμοποιούσε τη λέξη «φασισμός» για να ορίσει όλες τις αντιδραστικές δυνάμεις της αστικής τάξης και του καπιταλισμού. Ο φασισμός έγινε έτσι συνώνυμο της αντίδρασης στην προλεταριακή επανάσταση. Μέχρι το 1935 άλλωστε, οι κομμουνιστές χαρακτήριζαν φασιστικά ακόμη και τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Από τότε που εμφανίστηκε στην Ιστορία ο φασισμός, ο όρος «φασίστας» αναφέρεται συνήθως σε όποιον χρησιμοποιεί τη βία εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, αντιμετωπίζοντάς τους ως εχθρούς με τους οποίους κανένας συμβιβασμός δεν είναι δυνατός, αλλά μόνο μια ανελέητη πάλη μέχρι την εκμηδένισή τους. Με άλλα λόγια, θεωρείται φασίστας όποιος αντιλαμβάνεται την πολιτική όχι ως ειρηνική αναμέτρηση μεταξύ αντιπάλων, αλλά ως σύγκρουση βασιζόμενη στην αντίθεση «φίλος-εχθρός». Τότε όμως, σημείωνε ο Τζεντίλε, θα έπρεπε να αποκαλούμε φασίστες και εκείνους τους επαναστάτες οι οποίοι αντιλαμβάνονται την πολιτική πάλη ως εμφύλιο πόλεμο στο εσωτερικό ενός κράτους, προκειμένου να ανατρέψουν ένα καθεστώς και να οικοδομήσουν ένα άλλο.
Στις μέρες μας, ο όρος «φασισμός» χρησιμοποιείται συχνά ως συνώνυμο της Ακροδεξιάς, της αντίδρασης, του συντηρητισμού, του αυταρχισμού, του εθνικισμού, του ρατσισμού, του ιμπεριαλισμού. Οσο για τη λέξη «φασίστας», αυτή χρησιμοποιείται πληθωριστικά για να στιγματίσει τον αυταρχικό, τον βίαιο, τον ρατσιστή, τον καταπιεστικό, τον φαλλοκράτη κοκ. Σύμφωνα με τον Τζεντίλε, οι απαρχές του ιστορικού φασισμού ως πολιτικού, κοινωνικού και ιδεολογικού κινήματος πρέπει να αναζητηθούν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ιταλικός φασισμός θέλησε να μετουσιώσει αυτή την πολεμική εμπειρία, με την προέκτασή της στον χρόνο και με τη θεσμοποίησή της μέσω της ανάδειξης του ρόλου της πολιτικής ως κοσμικής θρησκείας, ικανής να παράγει μύθους, τελετουργίες και σύμβολα, τα οποία χρησιμοποίησε ως εργαλεία κινητοποίησης των μαζών.
Ο ιταλικός φασισμός υπήρξε το πρώτο στρατιωτικοποιημένο κόμμα, που κατέκτησε την εξουσία με διακηρυγμένο σκοπό να καταστρέψει τους θεσμούς της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και να επιβάλει έναν ασφυκτικό έλεγχο του κράτους και του κόμματος στις ζωές και στις συνειδήσεις των Ιταλών. Υπήρξε, με άλλα λόγια, το πρώτο φαινόμενο ολοκληρωτισμού στη Δύση. Οικοδόμησε ένα μονοκομματικό και ολοκληρωτικό καθεστώς, που επέβαλε την ιδεολογία του ως πολιτική θρησκεία.
Ο ολοκληρωτικός χαρακτήρας του φασισμού δεν εκδηλώθηκε μόνο με τη φιλοπόλεμη και ιμπεριαλιστική πολιτική του, αλλά και με την προσπάθεια να δημιουργήσει έναν «νέο άνθρωπο», έναν νέο «πολιτισμό» και μια νέα τάξη πραγμάτων. Ο φασισμός αποτέλεσε έτσι το εργαστήρι ενός ανθρωπολογικού μετασχηματισμού των Ιταλών.
Δεδομένου ότι στις μέρες μας καμιά πολιτική πραγματικότητα, στην Ιταλία ή αλλού, δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά με βάση τα οποία ο Τζεντίλε ορίζει τον φασισμό, ο Ιταλός ιστορικός συμπέραινε ότι δεν συντελείται κάποια επιστροφή του φασισμού. Κανείς σήμερα, ούτε καν τα νεοφασιστικά κινήματα, δεν επιδιώκει να εγκαθιδρύσει ένα τέτοιο ολοκληρωτικό καθεστώς. Τα σύγχρονα ακροδεξιά λαϊκιστικά κινήματα υποχρεώνονται να αναγνωρίζουν το θεσμικό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας –αυτό που κατέλυσε ο φασισμός– και επιζητούν τη νομιμοποίηση μέσω της λαϊκής ψήφου. Χρειάζεται επομένως να διακρίνουμε και να μην ταυτίζουμε τον συντηρητικό, τον αυταρχικό, τον αντιδραστικό με τον φασίστα. Στο ερώτημα «ποιος είναι φασίστας σήμερα;», ο Τζεντίλε έδινε την ακόλουθη απάντηση: «Είναι φασίστας όποιος θεωρεί τον εαυτό του κληρονόμο του ιστορικού φασισμού, σκέφτεται και δρα σύμφωνα με τις ιδέες και τις μεθόδους του ιστορικού φασισμού, στρατεύεται σε οργανώσεις που επικαλούνται τον ιστορικό φασισμό, προσδοκά να υλοποιήσει μια φασιστική αντίληψη του έθνους και του κράτους, όχι υποχρεωτικά ταυτόσημη με το μουσολινικό κράτος». Δεν πρέπει βέβαια να υποτιμάμε τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει σήμερα η άνοδος της Σκροδεξιάς. Υιοθετώντας όμως την τάση να βλέπουμε παντού φασίστες, υπάρχει ο κίνδυνος να αποσπαστεί η προσοχή μας από άλλες υπαρκτές και σοβαρές απειλές.
Σύμφωνα με τον Τζεντίλε, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι για τις δημοκρατίες του καιρού μας πηγάζουν από το γεγονός ότι ο «κυρίαρχος λαός» καλείται περιοδικά να ασκήσει το δικαίωμα της ψήφου, σαν ένας κομπάρσος που ανεβαίνει στη σκηνή μόνο τη μέρα των εκλογών, ενώ στην ίδια σκηνή όλο τον άλλο καιρό κυριαρχούν ολιγαρχίες και κάστες που γεννούν ανισότητα και διαφθορά. Και αυτό συμβαίνει όταν η δημοκρατική μέθοδος, δηλαδή η εκλογή των κυβερνώντων από τους κυβερνώμενους, διαχωρίζεται από το δημοκρατικό ιδεώδες, δηλαδή από τον στόχο της δημιουργίας μιας κοινωνίας ελεύθερων και ίσων πολιτών.